ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ

Οι γυναίκες κατά το διάστημα της απουσίας τους από την εργασίας λόγω κυοφορίας, τοκετού και λοχείας θεωρούνται ότι βρίσκονται σε άδεια από νόμιμο κώλυμα, δηλαδή χωρίς δική τους υπαιτιότητα και ως εκ τούτου δικαιούνται να λάβουν τις αποδοχές τους από τον εργοδότη, σύμφωνα με τα άρθρα 657 και 658 ΑΚ. Συνεπώς όσες δεν έχουν συμπληρώσει 1 έτος εργασίας στον εργοδότη, δικαιούνται τις αποδοχές τους για μισό μήνα, ενώ όσες έχουν συμπληρώσει 1 έτος εργασίας, δικαιούνται τις αποδοχές τους για ένα μήνα. Πέραν των ανωτέρω, ο εργοδότης δεν έχει την υποχρέωση να καταβάλει κάτι περαιτέρω. Σημειώνεται ότι ο εργοδότης μπορεί, όπως και στην ασθένεια, να εκπέσει από τις αποδοχές που οφείλει στην επιτοκο τις χρηματικές παροχές που καταβλήθηκαν σε αυτή κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, λόγω του τοκετού, από τον ΕΦΚΑ. Οι παροχές που δικαιούνται οι εργαζόμενες λόγω τοκετού και λοχείας από τον ΕΦΚΑ είναι:

Το τ.ΙΚΑ – ΕΤΑΜ επιδοτεί τις άμεσα ασφαλισμένες για 56 ημέρες πριν τον τοκετό και 63 ημέρες μετά τον τοκετό. Για να τύχουν αυτών των επιδομάτων πρέπει να έχουν συμπληρώσει 200 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση τα δύο προηγούμενα χρόνια από την πιθανή ή την πραγματική ημέρα τοκετού και να μην εργάζονται κατά τον χρόνο της επιδότησης (άρθρα 9 παρ. 2 Ν. 2224/1994 και 11 του Ν. 2874/2000). Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχουν συμπληρωθεί 120 ημέρες ασφάλισης τον προηγούμενο χρόνο ή στο τελευταίο 15μηνο, χωρίς να υπολογίζονται οι τρεις τελευταίοι μήνες

Με το άρθρο 75 του Ν.5239/2025, προστίθεται παράγραφος 12 στο άρθρο 32 του ν. 4387/2016, ως ακολούθως: «Μέχρι την έκδοση του Κανονισμού Ασφάλισης και Παροχών και e-ΕΦΚΑ για τη συμπλήρωση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των ενταγμένων στον e-ΕΦΚΑ φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης για τη χορήγηση επιδόματος κυοφορίας και λοχείας μισθωτών προσμετράται το σύνολο του χρόνου ασφάλισης μισθωτού που έχει διανυθεί στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ». Επομένως, ισχύουν και για την χορήγηση του επιδόματος μητρότητας οι διατάξεις διαδοχικής και συνυπολογίζεται ο χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί τόσο ως μη μισθωτή όσο και ως μισθωτή. Αρμόδιος για τον έλεγχο των προϋποθέσεων και τη χορήγηση επιδόματος είναι ο ενταγμένος φορέας στην ασφάλιση του οποίου επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος». Σύμφωνα με το άρθρο 89 του ανωτέρω νόμου οι αιτήσεις που έχουν υποβληθεί από 01.10.2025 και μετά και έχουν απορριφθεί μπορούν να επανυποβληθούν εντός έξι μηνών.

Οι αιτήσεις για την παροχή του επιδόματος μητρότητας υποβάλλονται μέσω της ηλεκτρονικής υπηρεσίας του ΕΦΚΑ ενώ υπάρχουν ακόμα κατηγορίες μητέρων που για την υποβολη αίτησης θα πρέπει να απευθυνθούν  στις Τοπικές Διευθύνσεις του e-ΕΦΚΑ όπως πχ. οι μισθωτές/μη μισθωτές ασφαλισμένες, οι οποίες αποκτούν τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, οι μισθωτές ασφαλισμένες οι οποίες γεννούν τέκνο ως φέρουσες μητέρες, οι δικαιούχες του ειδικού επιδόματος μητρότητας καθώς και οι αμειβόμενες με τίτλο κτήσης σύμφωνα και με την εγκύκλιο 63/2021 του ΕΦΚΑ.

Από 15/03/2022 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 83 του ν.4826/21 (Α΄160), οι έμμισθες δικηγόροι του ιδιωτικού τομέα που υπάγονται στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ δύνανται να υποβάλλουν μέσω της ηλεκτρονικής υπηρεσίας του e-ΕΦΚΑ  ηλεκτρονική αίτηση για τη χορήγηση του επιδόματος μητρότητας (κυοφορίας) με την έναρξη της κυοφορίας τους .Η ηλεκτρονική αίτηση των εμμίσθων δικηγόρων ασφαλισμένων του e-ΕΦΚΑ υποβάλλεται εντός προθεσμίας οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία γέννησης του τέκνου.

Με το άρθρο 12 του Ν.5239/2025 προβλέπεται ότι η εργαζόμενη που γίνεται ανάδοχος τέκνου από την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια και έως την ηλικία των οκτώ (8) ετών, δικαιούται το μεταγενέθλιο τμήμα της άδειας μητρότητας, καθώς και τις πάσης φύσεως αποδοχές και επιδόματα που συνδέονται με αυτήν, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στις επιμέρους καταστατικές διατάξεις του φορέα ασφάλισής της. Αν εργαζόμενη ανάδοχος τέκνου κάνει χρήση της άδειας του παρόντος και εν συνεχεία υιοθετήσει το τέκνο, δεν δικαιούται εκ νέου την άδεια. Η χορήγηση του μεταγενέθλιου τμήματος του επιδόματος μητρότητας (επιδόματος λοχείας) λόγω αναδοχής τέκνου, κατ’ εφαρμογή της παρούσας ρύθμισης και με έναρξη ισχύος την 17.10.2025, καταλαμβάνει αποκλειστικά μισθωτές ασφαλισμένες του e-ΕΦΚΑ, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές αιτήσεις υποβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία «ένταξης του παιδιού στην οικογένεια». Μέχρι την ενσωμάτωση της διαδικασίας στην υφιστάμενη ηλεκτρονική υπηρεσία του e-ΕΦΚΑ, τα αιτήματα χορήγησης επιδόματος μητρότητας (επιδόματος λοχείας) λόγω αναδοχής τέκνου υποβάλλονται και εξετάζονται από τα Τμήματα Παροχών των Τοπικών Διευθύνσεων του e-ΕΦΚΑ για την έκδοση της σχετικής απόφασης.

Ποιοι είναι οι 5 βασικοί προβληματισμοί σχετικά με την σύνταξη χηρείας.

Η απώλεια ενός συζύγου συνοδεύεται συχνά όχι μόνο από συναισθηματική φόρτιση αλλά και από σημαντικά πρακτικά ζητήματα. Ένα από τα συχνότερα ερωτήματα που τίθενται στα δικηγορικάγραφεία αφορά τη σχέση μεταξύ του κληρονομικού δικαιώματος και του δικαιώματος σε σύνταξη χηρείας. Παρότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς θεσμούς, στην πράξη δημιουργείται μεγάλη σύγχυση. Τα πιο συνηθισμένα ζητήματα που προβληματίζουν τους ασφαλισμένους είναι τα εξής:

  1. Αποποίηση κληρονομιάς και σύνταξη χηρείας

Πολλοί επιζώντες σύζυγοι φοβούνται ότι αν αποποιηθούν την κληρονομιά – συνήθως λόγω χρεών – θα χάσουν και τη σύνταξη χηρείας. Στην πραγματικότητα, η σύνταξη χηρείας αποτελεί αυτοτελές ασφαλιστικό δικαίωμα και δεν εξαρτάται από την αποδοχή ή την αποποίηση της κληρονομιάς.

  1. Χρέη του θανόντος προς τον ΕΦΚΑ

Σε αρκετές περιπτώσεις ο θανών ασφαλισμένος έχει οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι οφειλές αυτές μπορεί να επηρεάσουν τη διαδικασία απονομής της σύνταξης, καθώς προβλέπονται συγκεκριμένα όρια και διαδικασίες ρύθμισης πριν την καταβολή της.

  1. Κληρονομικά χρέη προς τράπεζες και Δημόσιο

Η αποδοχή κληρονομιάς συνεπάγεται και αποδοχή των υποχρεώσεων του θανόντος. Έτσι, οι επιζώντες σύζυγοι συχνά καλούνται να αποφασίσουν αν θα αποδεχθούν την κληρονομιά ή θα προχωρήσουν σε αποποίηση, όταν υπάρχουν σημαντικά χρέη.

  1. Προϋποθέσεις διατήρησης της σύνταξης χηρείας

Η σύνταξη χηρείας δεν είναι πάντοτε ισόβια με τους ίδιους όρους. Ο νόμος προβλέπει ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με την προσωπική κατάσταση του δικαιούχου, την απασχόληση ή τη λήψη άλλης σύνταξης, γεγονός που συχνά δημιουργεί παρερμηνείες.

  1. Η βασική παρεξήγηση: η σύνταξη δεν είναι κληρονομιά

Η σημαντικότερη σύγχυση προκύπτει από την αντίληψη ότι η σύνταξη χηρείας αποτελεί μέρος της κληρονομιάς του θανόντος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δικαίωμα που απορρέει από την κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία και απονέμεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Η σωστή ενημέρωση είναι κρίσιμη, καθώς η λανθασμένη επιλογή – όπως μια άκαιρη αποποίηση ή η παράλειψη ενεργειών προς τον ασφαλιστικό φορέα – μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα.

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΟΥΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ

Καταρχήν, ο εργαζόμενος που αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του, δε δικαιούται να λάβει αποζημίωση.

Ωστόσο, σύμφωνα με το αρ.8 εδ. α` του Ν. 3198/1955, οι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο, το 65° έτος της ηλικίας τους (ήδη, από 1-1-2013, το 67ο έτος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ4 περ.2 του ν. 4093/2012), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται να λάβουν το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η εν λόγω αποζημίωση υπολογίζεται όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955.

Επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω, προκειμένου ο εργαζόμενος να λάβει το ήμισυ της αποζημίωσης πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις : α) η σχέση εργασίας να είναι αορίστου χρόνου, β) ο εργαζόμενος να αποχωρεί ύστερα από τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας ή ορίου ηλικίας και γ) η αποχώρηση να γίνεται με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Εφόσον επομένως, ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον εργοδότη που απασχολείται, δικαιούται να αποχωρήσει λαμβάνοντας το μισό της αποζημίωσης απόλυσης.

Ωστόσο, σ’ αυτή την περίπτωση, η αποχώρηση θα πρέπει να γίνει με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Η συναίνεση από την πλευρά του εργοδότη αποτελεί όρο για τη νομιμότητα της παραίτησης και  για το δικαίωμα λήψης αποζημίωσης. Αυτή μπορεί να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί  να είναι σαφής και αναμφίβολη, συναγόμενη εμμέσως από τη συμπεριφορά του δηλούντος, ενόψει όλων  των λοιπών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει δε να δοθεί πριν από την αποχώρηση.

Η αποχώρησή του εργαζομένου από την εργασία του και η λήψη της μισής αποζημίωσης, λόγω της συμπλήρωσης δεκαπενταετούς υπηρεσίας, είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνο κατόπιν συμφωνίας με τον εργοδότη. Ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να μη συναινέσει στην αποχώρηση του εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή, δε θα δικαιούται να λάβει μειωμένη αποζημίωση.

Δεν εμπίπτουν στην ανωτέρω ρύθμιση όσοι μισθωτοί συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη  λήψη  μειωμένης  σύνταξης  γήρατος  ή  σύνταξης  λόγω αναπηρίας  από  τον  φορέα  κύριας ασφάλισής τους  και,  κατά  συνέπεια,  εάν  μεν  απολυθούν  από  τον  εργοδότη  τους,  δικαιούνται  πλήρη  την  αποζημίωση  απόλυσης,  εάν  δε  αποχωρούν  οικειοθελώς,  δεν  δικαιούνται  καμιά  αποζημίωση  (ΑΠ  8 – 10 67/1991, 414/1991,.

 

Η έννοια του εργατικού ατυχήματος και οι υποχρεώσεις από πλευράς του εργοδότη

Πολλαπλές δικαστικές αποφάσειςκαι ασφαλιστικές εγκύκλιοι του ΙΚΑ έχουν καταλήξει στο ότι ένα ατύχημα χαρακτηρίζεται εργατικό όταν προκαλείται από ένα αιφνίδιο ή βίαιο γεγονός που έγινε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξαιτίας αυτής και προκαλεί τον θάνατο ή την ανικανότητα του ασφαλισμένου για εργασία.

Πότε, όμως γίνεται λόγος για ένα βίαιο ή αιφνίδιο γεγονός; Όταν αυτό επέρχεται από ένα εξωτερικό αίτιο, που δεν οφείλεται αποκλειστικά σε κάποια παθολογική ή οργανική προδιάθεση του παθόντος. Ένα γεγονός, συνεπώς, που δε θα συνέβαινε αν δεν υφίστατο η εργασιακή σχέση και παροχή της εργασίας κάτω από τις παρούσες κατ’ αυτήν συνθήκες. Τούτες οι απρόβλεπτες και έκτακτες συνθήκες είναι προφανές πως δεν περιλαμβάνουν προϋπάρχουσες ασθένειες που αναπτύσσονται στον παθόντα κατά τις κανονικές του, και κατ’ επέκταση αναμενόμενα κατά την επαγγελματική του δραστηριότητα και ευρύτερη πρακτική, εργασιακές συνθήκες. Εάν, όμως, η ασθένεια προήλθε ή και επιδεινώθηκε κάτω από εξαιρετικές, ασυνήθιστες και δυσμενείς για την υγεία του συνθήκες τότε μπορεί να εναχθεί στο πεδίο του εργατικού ατυχήματος.

Όσον αφορά το χρονικό διάστημα εκδήλωσης του ατυχήματος, τούτο μπορεί να αφορά ατύχημα κατά την εν γένει εκτέλεση της εργασίας σαν άμεση συνέπεια αυτής (πχ τραυματισμός κατά το χειρισμό μηχανήματος στον τόπο εργασίας)ατύχημα που προκλήθηκε με αφορμή την εργασία εκτός του ορισμένου ωραρίου, αλλά σαν έμμεση συνέπεια αυτής (πχ ατύχημα κατά τη μετακίνηση προς ή από τον τόπο εκτέλεσης της εργασίας σε εύλογο διάστημα -τα δικαστήρια έχουν ορίσει σαν εύλογο διάστημα τη μία ώρα από την άφιξη και την αναχώρηση σε αυτήν- αλλά και στην εκτέλεση εργασιών προς το συμφέρον του εργοδότη ακόμα και χωρίς την εντολή του), και τέλος ατυχήματα που ανάγονται στο πεδίο της επαγγελματικής ασθένειας, ασθένειας που προκαλείται από τις εν γένει επιδράσεις των συνθηκών εργασίας, όπως αυτές καταγράφονται στον κανονισμό εργασίας του ΙΚΑ, ο οποίος μέχρι και σήμερα ισχύει και μετά την ενοποίηση και τη δημιουργία του e-ΕΦΚΑ.

Κάθε εργατικό ατύχημα δημιουργεί, από την πλευρά του εργοδότη, υποχρέωση αναγγελίας του ατυχήματος στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις εργατικού ατυχήματος που δεν εμπίπτει στο πεδίο της επαγγελματικής ασθένειας, ο εργοδότης υποχρεούται εντός 24 ωρών από το ατύχημα να το αναγγείλει στην Επιθεώρηση Εργασίας ηλεκτρονικά ή με φυσική παρουσία, ενώ σε περίπτωση σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου του εργαζομένου πρέπει να γίνει ενημέρωση σε αστυνομική αρχή ή στην τοπική διεύθυνση του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος. Ως σοβαρός λογίζεται ο τραυματισμός που απαιτεί διακομιδή του εργαζομένου σε δομή υγείας και νοσηλεία του σε αυτήν.

Σε περίπτωση ασθένειας εργαζομένου που οφείλεται στην εργασία, Ο εργοδότης οφείλει να αναγγέλλει στην Επιθεώρηση Εργασίας και στον e-Ε.Φ.Κ.Α., εντός πέντε (5) ημερών από την ενημέρωσή του από τον ιατρό εργασίας ή από την προσκόμιση διάγνωσης από ιατρό του ΕΣΥ.

Ταυτόχρονα, ο εργοδότης υποχρεούται να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που χρησιμεύουν για την εξακρίβωση των αιτιών του ατυχήματος, αλλά και να τηρεί ειδικό βιβλίο και κατάλογο των εργατικών ατυχημάτων που προκαλούν στον εργαζόμενο ανικανότητα εργασίας μεγαλύτερης των τριών εργασίμων ημερών, στο οποίο αναγράφονται αναλυτικά τα αίτια και η περιγραφή του ατυχήματος, ενώ τίθενται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως οποιαδήποτε επιχείρηση απασχολεί τουλάχιστον έναν εργαζόμενο οφείλει να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας, ο οποίοςμπορεί να εργάζεται στην επιχείρηση ή και να αποτελεί τρίτο πρόσωπο. Ο τεχνικός ασφαλείας οφείλει να τηρεί ειδικό βιβλίο αναλυτικών μέτρων για την ασφάλεια των εργαζομένων, αλλά και για την πρόληψη ατυχημάτων, συνεκτιμώντας ειδικές καταστάσεις (αναπηρία ή χρόνια ασθένεια). Τούτο το ειδικό βιβλίο σελιδοποιείται και θεωρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας, πλην της περίπτωσης όπου το πρόσωπο του εργοδότη και του Τεχνικού Ασφαλείας ταυτίζονται, ενώ ο εργοδότης υποχρεούται να δηλώσει υπεύθυνα πως έχει γνώση των υποδείξεων που καταχωρούνται στο περιεχόμενό του.

Σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που απασχολούν πάνω από 50 άτομα, ο εργοδότης υποχρεούται ακόμα να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες ιατρού εργασίας, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να καταχωρεί όπου απαιτείται γραπτές υποδείξεις στο ειδικό βιβλίο, με επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου (πχ μεταλλευτικές εργασίες) να υποχρεούνται στο διορισμό ιατρού ασφαλείας ανεξαρτήτως αριθμού εργαζομένων.

Κρίνεται σαφές πως από την πλευρά των εργοδοτών είναι επιτακτικό να εντοπισθούν οι πηγές του επαγγελματικού κινδύνου, δηλαδή τι θα μπορούσε να προκαλέσει κινδύνους για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων, να διαπιστωθούν τα κατάλληλα μέτρα πρόληψης και εξάλειψης των κινδύνων, και αν αυτό δεν είναι δυνατόν,να καταγραφούν τα μέτρα πρόληψης που ήδη εφαρμόζονται και να προταθούν αυτά που πρέπει συμπληρωματικά να ληφθούν για τον έλεγχο των κινδύνων και την προστασία των εργαζομένων. Συμπληρωματικά, πρέπει να συνεκτιμώνται προϋπάρχοντα ζητήματα υγείας των εργαζομένων (πχ αναπηρία σωματική ή και ψυχική) κατά την ανάθεση των καθηκόντων και του πόστου εργασίας τους, για να προληφθεί οποιαδήποτε επιδείνωση της υγείας τους και ώστε να μην εκτεθούν σε περαιτέρω κινδύνους για την υγεία τους.

Οι κυρώσεις που αντιμετωπίζουν οι εργοδότες σε περίπτωση εργατικών ατυχημάτων είναι βαρύτατες και ποικίλες. Αντιμετωπίζουν καταρχήν διοικητικό πρόστιμο από την Επιθεώρηση Εργασίας ύψους από 500 μέχρι 50.000€ ανάλογα με τη βαρύτητα της εκάστοτε παραβίασης, ενώ συμπληρωματικά η επιχείρηση κινδυνεύει με προσωρινή ή και οριστική διακοπή λειτουργίας της. Όσον αφορά τις ποινικές κυρώσεις, εφόσον αποδειχθεί δόλος ή αμέλεια του εργοδότη στην παραβίαση των διατάξεων, επέρχεται φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματική ποινή. Τέλος, σε επίπεδο αστικού δικαίου και ανεξάρτητα από το εάν οι εργαζόμενοι ήταν ασφαλισμένοι ή όχι στον ΕΦΚΑ, αξιώνεται, αν αποδειχθεί υπαιτιότητα του εργοδότη, υποχρέωση αποζημίωσης για υλική και ηθική βλάβη, συμπεριλαμβανομένων τυχόν νοσήλιων και λοιπών εξόδων στα οποία προέβη ο εργαζόμενος εξαιτίας του ατυχήματος. Αν, δε ο εργαζόμενος ήταν ανασφάλιστος, ο εργοδότης αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου και τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής του περίθαλψης.

ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΗ

Αναφορικά με τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων, με το άρθρο 56 παράγραφος 1β του π.δ. 169/2007 «Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» (ΦΕΚ Α 210/30.7.2007), προβλεπόταν η δυνατότητα συνταξιοδότησης σε γυναίκες υπαλλήλους μητέρων με ανήλικα με τη συμπλήρωση 25 ετών πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και τη συμπλήρωση του 50ου έτους της ηλικίας. Οι άντρες υπάλληλοι πατέρες ανήλικων τέκνων είχαν τη δυνατότητα να συνταξιοδοτηθούν με τις ίδιες προϋποθέσεις, μόνο στην περίπτωση που τελούσαν σε κατάσταση χηρείας ή ήταν διαζευγμένοι και είχαν την επιμέλεια των τέκνων με δικαστική απόφαση.

Σε εφαρμογή της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-559/07, με τις διατάξεις των παρ.1-11 του άρθρου 6 του Ν. 3865/2010, από 01.01.2011, στο πλαίσιο της συνταξιοδοτικής εξίσωσης ανδρών και γυναικών ασφαλισμένων που τελούν υπό τις ίδιες προσωπικές/οικογενειακές συνθήκες, δόθηκε η δυνατότητα και στους άνδρες υπαλλήλους πατέρες ανήλικων να συνταξιοδοτούνται από 1.1.2011 με το ίδιο ηλικιακό όριο που ισχύει για τις γυναίκες υπαλλήλους μητέρες ανήλικων τέκνων.

Τα ανωτέρω ηλικιακά όρια, προκειμένου για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, τροποποιήθηκαν εκ νέου με τις διατάξεις των ν. 4093/2012 και 4336/2015. Έτσι, για όσους άνδρες και γυναίκες ασφαλισμένους του Δημοσίου γονείς ανηλίκων συμπληρώνουν την 25ετία από 01.01.2013 και μετά, σταματά πλέον η ευνοϊκότερη συνταξιοδοτική μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους ασφαλισμένους και ορίζεται το 67ο έτος της ηλικίας ως γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Από την ανωτέρω αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, εξαιρούνται άντρες και γυναίκες που έχουν παιδί άγαμο και ανίκανο για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 67% και άνω.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, οι εν λόγω προϋποθέσεις συνταξιοδότησης σταδιακά φθίνουν και καθίστανται ανενεργές, ενώ από 1/1/2013 τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης γονέων με ανήλικα τέκνα τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα έχουν εξισωθεί με τα γενικά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, στα πλαίσια της ενιαίας αντιμετώπισης των ασφαλισμένων που υπάγονται σε καθεστώς ενιαίου φορέα.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο 920/2016 του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, Η ανηλικότητα του παιδιού ,η τριτεκνία ή η ανικανότητα ως νενεσιουρνές αιτίες της ευνοϊκότερης αυτής μεταχείρισης (μόνο ως προς το ηλικιακό όριο για την καταβολή της σύνταξης και όχι ως προς τον ελάχιστο κατά περίπτωση απαιτούμενο χρόνο για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος) που επιφύλαξε η συνταξιοδοτική νομοθεσία στα ως άνω πρόσωπα, όχι μόνο δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν κατά τον χρόνο της θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος αλλά δεν έχει τεθεί και κανένας χρονικός περιορισμός για τον χρόνο της συνδρομής τους γενικότερα, αφού οι σχετικές διατάξεις δεν περιλαμβάνουν σε καμιά περίπτωση τέτοιον περιοριστικό όρο. Καθοριστικό δηλαδή στοιχείο για την κρίση ενός τέτοιου δικαιώματος είναι κατ’ αρχήν αυτή καθεαυτή η θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος (συμπλήρωση του ελάχιστα κατά περίπτωση απαιτούμενου χρόνου) και φυσικά η «ιδιότητα» του γονέα , με ανήλικο φυσικό/θετό παιδί, ή του /της τρίτεκνου/ης ή του γονέα με ανίκανο παιδί, είτε αυτή (η ιδιότητα) υφίσταται κατά τον χρόνο της θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαι­ώματος,είτε ακόμα και αν αυτή αποκτηθεί μετά την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος,πριν ή μετά την 01-01 -2013, πριν ή μετά την ισχύ του Ν. 4336/2015

Κατ’ ακολουθία, η απόκτηση παιδιού ,η υιοθεσία παιδιού και η απόκτηση της ιδιότητας του /της τριτέκνου ακόμα και μετά την 01-01-2013 και εφόσον ο υπάλληλος/λειτουργός έχει μία από τις προαναφερόμενες ιδιότητες κατά τον κρίσιμο χρόνο της αποχώρησής του/της από την υπηρεσία προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, εντάσσουν τον/την εν λόγω υπάλληλο/λειτουργό στην κατηγορία του γονέα με ανήλικο παιδί ή της/του τρίτεκνης/ου αντίστοιχα και εφόσον η συμπλήρωση του ελάχιστου κατά περίπτωση χρόνου για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος έχει πραγματοποιηθεί κατά το έτος 2010 ή το έτος 2011 ή το έτος 2012, ο/η υπάλληλος/λειτουργός για την καταβολή της σύνταξής του/της θα ακολουθεί το αντίστοιχο ηλικιακό όριο (είτε αυτό που εξακολουθεί να ισχύει με βάση τις διατάξεις του Ν. 3865/2010 και του Ν. 4336/2015 ή το νέο ηλικιακό όριο που προκύπτει πλέον με τις διατάξεις του Ν. 4336/2015).

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω και την πρακτική εφαρμογή τους παρατίθεται το παρακάτω χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Άνδρας υπάλληλος γεννημένος το 1966 είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα (συμπλήρωση 25ετούς συντάξιμης υπηρεσίας/ασφάλισης) το 2011.

Απέκτησε παιδί το 2013 και επιθυμεί να αποχωρήσει από την υπηρεσία στο τέλος του ίδιου χρόνου.

Με τις διατάξεις του Ν. 3865/2010 λογίζεται ως πατέρας ανήλικου τέκνου και  κατ’·ακολουθία το ισχύον στο πλαίσιο των διατάξεων του νόμου αυτού ,ηλικιακό όριο για την καταβολή της σύνταξης είναι το 52ο , όπως αυτό έχει διαμορφωθεί  με βάση τις διατάξεις του Ν. 4336/2015 (πίνακας Β’).

Τη φετινή χρονιά όμως, προέκυψε ζήτημα με την ανωτέρω ερμηνεία και οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΓΛΚ ζητούσαν το τέκνο να έχει γεννηθεί κατά το έτος κατοχύρωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Μετά από επίμονες -συνεχείς επισκέψεις της γράφουσας στο ΓΛΚ και την υποβολή γραπτού ερωτήματος, οι αρμόδιες υπηρεσίες ‘αναδιπλώθηκαν’ και απεφάνθησαν ότι ουδεμία αλλαγή υπάρχει καθώς ακολουθούνται όσα αναφέρονται στην αριθ. 920/2016/07-01-2016 εγκλ της Δ/νσης Κανονισμού και Συντάξεων του τέως ΓΛΚ.

ΑΙΤΗΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ: ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ

    Α.ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Η διαδικασία της συνταξιοδότησης είναι σημαντική και χρειάζεται όχι μόνο μεγάλη προσοχή κατά την συμπλήρωση αυτής αλλά και υπευθυνότητα. Προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία αυτή θα πρέπει αρχικά να υποβληθεί ηλεκτρονικά μέσω της ιστοσελίδας του ΕΦΚΑ η αίτηση συνταξιοδότησης. Απαιτείται ξεχωριστή αίτηση για την κύρια σύνταξη , για την επικουρική και για το εφάπαξ ιδιωτικού δικαίου. Χωρίς αίτηση δεν μπορεί να ξεκινήσει η συνταξιοδότηση. Για όλες τις περιπτώσεις με την ηλεκτρονική υποβολή του αιτήματος,αποδίδεται ηλεκτρονικός αριθμός αίτησης και ηλεκτρονικός αριθμός πρωτοκόλλου που λαμβάνεται υπόψη στην επεξεργασία του εκάστοτε αιτήματος.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά την συμπλήρωση των αιτήσεων καθώς ο ασφαλισμένος καλείται να απαντήσει σε εξειδικευμένες ερωτήσεις που αφορούν στον ασφαλιστικό του βίο, σε εξαγορές πλασματικών ετών, στη θεμελίωση του, στους φορείς που υπήρξε ασφαλισμένος καθώς και στο αν θα συνεχίσει να εργάζεται και σε ποιον τομέα. Για αυτό το λόγο χρειάζεται μια προετοιμασία πριν την υποβολής της από τον εξειδικευμένο επαγγελματία δηλαδή θα πρεπει να έχουν προσκομισθεί έγκαιρα όλα τα πρωτότυπα ασφαλιστικά στοιχεία ώστε να έχει γίνει καταμέτρηση χρόνου και να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες αν έχουν απωλεσθεί φυσικά παραστατικά ασφάλισης.

Β. ΥΠΟΒΟΛΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Η υποβολή όλων των αναγκαίων δικαιολογητικών στην υπηρεσία e-ΕΦΚΑ παραλαβής δικαιολογητικών που έχει οριστεί  είναι υποχρεωτική.Για αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, η υποβολή δικαιολογητικών πρέπει να πραγματοποιηθεί μέχρι την τελευταία ημερολογιακή ημέρα του πρώτου μήνα που έπεται του μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, επί ποινή απόρριψης της αίτησης αυτής, σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία με δική σας υπαιτιότητα. Το πιο σημαντικό από τα δικαιολογητικά που πρέπει να κατατεθεί είναι τα φυσικά παραστατικά ασφάλισης δηλαδή τα ένσημα ΙΚΑ ή τα βιβλιάρια εισφορών ΤΕΒΕ,ΤΑΕ,ΤΣΑ. Ακόμα και αν ο χρόνος ασφάλισης αποτυπώνεται στο αναλυτικό ιστορικό ασφάλισης του ΕΦΚΑ , όπως αντλείται από το σύστημα ΑΤΛΑΣ, είναι υποχρεωτική η κατάθεση των φυσικών παραστατικών. Αν αυτά έχουν απωλεσθεί  τότε θα πρέπει να υποβληθούν αιτήσεις απώλειας προκειμένου να ξεκινήσει η ανεύρεση αυτών.

Γ. ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ (ΕΝΑΝΤΙ) ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Με το άρθρο 34 του ν. 4778/2021, που προστέθηκε στο άρθρο 7Α στον ν. 4387/2016, θεσπίστηκε ειδική ρύθμιση για τη χορήγηση προκαταβολής έναντι της μελλοντικής σύνταξης. Η χορήγηση του ποσού πιστοποιείται με την έκδοση βεβαίωσης χορήγησης μέσω του πληροφοριακού συστήματος του e-ΕΦΚΑ. Η βεβαίωση χορήγησης προκαταβολής δεν επάγεται δικαίωμα προσωρινής ή οριστικής συνταξιοδότησης και δεν συνιστά συνταξιοδοτική απόφαση.

Προκαταβολή έναντι ποσού σύνταξης δικαιούνται τα πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης στον e-ΕΦΚΑ, συμπεριλαμβανομένου του π. ΝΑΤ, εξαιρουμένων των προσώπων που δικαιούνται ή λαμβάνουν προκαταβολή σύνταξης κατά το άρθρο 57Α του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.

Δικαιούχοι του ποσού προκαταβολής έναντι σύνταξης είναι οι ασφαλισμένοι οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης στον e-ΕΦΚΑ.

Για αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, θα πρέπει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, να έχετε συμπληρώσει το εξηκοστό δεύτερο (62ο) έτος της ηλικίας σας και να έχετε τουλάχιστον δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης. Σε περίπτωση που δεν έχετε συμπληρώσει το εξηκοστό δεύτερο (62ο) έτος της ηλικίας σας, θα πρέπει, κατά τη στιγμή της αίτησης να πληροίτε τις προϋποθέσεις με βάση τις διατάξεις των ενταγμένων στον e-ΕΦΚΑ τέως φορέων κύριας ασφάλισης.

Για τις αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας ή γήρατος λόγω αναπηρίας, θα πρέπει να έχουν τις κατά περίπτωση οριζόμενες ελάχιστες χρονικές προϋποθέσεις και να έχουν εν ισχύ γνωμάτευση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής ΚΕΠΑ.

Για τις αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω θανάτου, σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου, τα δικαιοδόχα μέλη δικαιούνται προκαταβολή, εφόσον ο θανών/θανούσα είχαν συμπληρώσει τις ελάχιστες χρονικές προϋποθέσεις, Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου εξετάζεται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων που ορίζονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016, όπως ισχύουν.

Προκειμένου να χορηγηθεί προκαταβολή έναντι ποσού σύνταξης, του άρθρου 34 του Ν. 4778/2021, θα πρέπει προηγουμένως να έχει υποβληθεί ηλεκτρονική αίτηση απονομής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου και στην συνέχεια να υποβληθεί ξεχωριστή αίτηση στην πλατφόρμα της προκαταβολής  στο site του e-ΕΦΚΑ. Η έγκριση του αιτήματος προκαταβολής πραγματοποιείται από τον e-ΕΦΚΑ, με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που τηρεί ο Οργανισμός και οι συνεργαζόμενοι φορείς, καθώς και των στοιχείων που δηλώνετε ηλεκτρονικά στην αίτησή σας.

Η χορήγηση του ποσού δεν συνεπάγεται τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

Το ποσό προκαταβολής έναντι της σύνταξης χορηγείται μηνιαίως και αναδρομικά από την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.

Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Από όλα τα παραπάνω συμπεραίνει κάποιος ότι η διαδικασία τόσο της υποβολής της αίτησης όσο και της κατάθεσης δικαιολογητικών αλλά και της διεκπεραίωσης αυτής δεν είναι μία απλή υπόθεση αλλά απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ώστε να αποφεύγονται προβλήματα, όπως πχ η απόρριψη αιτήσεων. Σημειωτέον, ότι σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του 2024 και του 2025 περίπου 1 στις 5 αιτήσεις συνταξιοδότησης απορρίπτεται λόγω έλλειψης προυποθέσεων συνταξιοδότησης (μη θεμελίωση). Αυτό βέβαια συνεπάγεται επιστροφή των προκαταβολών που τυχόν έχουν εισπραχθεί αλλά και επιπλέον κόστος, τόσο οικονομικό όσο και ψυχικό για τον ασφαλισμένο, ο οποίος πίστευε ότι μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί αλλά εν τέλει δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις.