Με το Ν.4387/2016, ο οποίος αφορά θανάτους από 13.05.2016, επαναπροσδιορίστηκαν οι προϋποθέσεις για τις συντάξεις λόγω θανάτου και πλέον γίνεται ενιαία εφαρμογή κανόνων και προϋποθέσεων για όλα τα ταμεία.

Ποιοι, λοιπόν, δικαιούνται σύνταξη λόγω θανάτου και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Αρχικά, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των 2 κατηγοριών συντάξεων λόγω θανάτου καθώς σε κάθε περίπτωση κατατίθεται διαφορετική αίτηση στον εκάστοτε αρμόδιο φορέα και ισχύουν διαφορετικές προϋποθέσεις.

Η πρώτη κατηγορία αφορά μεταβίβαση σύνταξης λόγω θανάτου συνταξιούχου και η δεύτερη, αφορά απονομή σύνταξης λόγω θανάτου ασφαλισμένου.

Και στις 2 αυτές περιπτώσεις δικαιούχοι είναι α) ο/η σύζυγος εφ’ όσον έχουν τελέσει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης 3 έτη πριν τον θάνατο με ποσό σύνταξης το 70% της σύνταξης που λάμβανε ή θα λάμβανε ο θανών καθώς και β) τέκνα (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, υιοθετηθέντα και όσα εξομοιώνονται με αυτά) μέχρι και την ηλικία των 24 ετών, εφ’ όσον είναι άγαμα, με ποσό σύνταξης το 25% της σύνταξης που λάμβανε ή θα λάμβανε ο θανών (το ποσοστό αυτό κατανέμεται αναλογικά σε περίπτωση περισσότερων τέκνων).

Εφ’ όσον τηρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, τα ανωτέρω πρόσωπα δικαιούνται να λάβουν σύνταξη λόγω θανάτου συνταξιούχου χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις.

Για την δεύτερη κατηγορία, ήτοι την περίπτωση απονομής σύνταξης λόγω θανάτου ασφαλισμένου, ο θανών πρέπει είτε να είχε συνολικά  4.500 ημέρες ασφάλισης είτε να έχει συνολικά 1.500 ημέρες ασφάλισης εκ των οποίων οι 600 να αφορούν την τελευταία πενταετία πριν τον θάνατο. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η ηλικία του θανόντος είναι αδιάφορη.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται για τους/τις χήρους/ες, μετά το πέρας 3 ετών από τον θάνατο καθώς, τότε, θα πρέπει να προσκομίσουν στον αρμόδιο φορέα έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι παραμένουν χήροι/ες και αν εργάζονται ή όχι καθώς και  συνταξιοδοτούνται ή όχι.

Τι συμβαίνει, όμως, στην περίπτωση που κάποιο από τα ως άνω δεν ισχύουν? Δηλαδή τι θα συμβεί στην περίπτωση που ο/ η χήρος/α παντρεύτηκε ή εργάστηκε ή συνταξιοδοτήθηκε?

Στην περίπτωση τέλεσης νέου γάμου, η σύνταξη διακόπτεται και τυχόν ποσά σύνταξης που έχουν καταβληθεί μετά την τέλεση του νέου γάμου πρέπει να επιστραφούν, ενώ σε περίπτωση εργασίας ή συνταξιοδότησης μετά το πέρα της τριετίας από τον θάνατο καταβάλλεται το 50% της ήδη καταβληθείσας σύνταξης ή αλλιώς το 35% της σύνταξης που λάμβανε ή θα λάμβανε ο θανών.

Αξίζει να διευκρινιστεί ότι σχετικά με τα τέκνα, είναι αδιάφορο αν εργάζονται ή αν φοιτούν σε κάποιο πανεπιστημιακό ίδρυμα ενώ δεν επιτρέπεται να την λάβουν εφόσον είναι έγγαμα. Η σύνταξη καταβάλλεται στα τέκνα μέχρι την συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. Εάν ωστόσο, το τέκνο έχει κριθεί από υγειονομική επιτροπή ανίκανο για κάθε βιοποριστικό λόγο πριν την συμπλήρωση του 18ου ή 24ου  έτους της ηλικίας τότε δικαιούται την σύνταξη του αποθανόντος γονέα του. Εάν, σε περίπτωση τέκνου ανίκανου για κάθε βιοποριστικό λόγο, αποβιώσουν και οι 2 γονείς, τότε το τέκνο δικαιούται ποσά συντάξεων και των 2 γονιών λαμβάνοντας το 100% της συμφερότερης σύνταξης μεταξύ των 2 γονιών και το 50% της σύνταξης του άλλου γονιού.

Τέλος, κρίσιμο είναι να διευκρινιστεί τι συμβαίνει σε περίπτωση διαζυγίου, σε περίπτωση, δηλαδή, που ο θανών ήταν παντρεμένος και χώρισε. Δικαιούται η διαζευγμένη πρώην σύζυγος σύνταξη θανάτου; Πολλοί μπορεί να θεωρούν πως όχι, αλλά ο νόμος δίνει την δυνατότητα κάτω από πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις να ληφθεί σύνταξη χηρείας σε περίπτωση διαζυγίου οι οποίες είναι : α) να είχαν συμπληρωθεί 10 έτη έγγαμου βίου μέχρι την λύση του γάμου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, β) το διαζύγιο να μην οφείλεται σε ισχυρό κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης με υπαιτιότητα του εν ζωή πρώην συζύγου, γ) ο θανών σύζυγος να ήταν υπόχρεος σε καταβολή διατροφής του εν ζωή συζύγου, δ) ο εν ζωή σύζυγος να μην έχει τελέσει άλλο γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στ)το μέσο μηνιαίο φορολογητέο εισόδημα του εν ζωή συζύγου να μην ξεπερνά το διπλάσιο του ποσού του επιδόματος του ανασφάλιστου υπερήλικα.

Εν κατακλείδι, αν και υπάρχει η πεποίθηση ότι οι συντάξεις χηρείας είναι μια απλοποιημένη διαδικασία, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αντιθέτως, χρήζουν ειδικών χειρισμών οι οποίοι εξειδικεύονται και ποικίλουν ανά περίπτωση, γεγονός που σημαίνει ότι η  ουσιαστική γνώση του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου είναι απαραίτητη προκειμένου οι δικαιούχοι να μην χάσουν κάποιο δικαίωμα και να λάβουν το ποσοστό της σύνταξης που τους αναλογεί.